ἱκέτις

ἱκέτ-ις (parox.), ιδος, , fem. of ἱκέτης, Hdt.4.165, 9.76, A.Supp.350,428 (both lyr.), S.OT 920, IG4.951.4 (Epid.), A.R.4.743, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἱκέτις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικέτις — η (ΑΜ ἱκέτις) βλ. ικέτης …   Dictionary of Greek

  • ἱκετίδων — ἵκετις fem gen pl ἱκέτις fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτιδα — ἵκετις fem acc sg ἱκέτις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτιδας — ἵκετις fem acc pl ἱκέτις fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτιδες — ἵκετις fem nom/voc pl ἱκέτις fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτιδος — ἵκετις fem gen sg ἱκέτις fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτισι — ἵκετις fem dat pl ἱκέτις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτισιν — ἵκετις fem dat pl ἱκέτις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτιν — ἱκέτις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικέτης — ο, θηλ. ικέτιδα και ικέτις (ΑΜ ἱκέτης, θηλ. ἱκέτις, ιδος) αυτός που κατάφεύγει σε κάποιον και ζητά βοήθεια και προστασία νεοελλ. αυτός που παρακαλεί θερμά κάποιον, αυτός που εκλιπαρεί αρχ. αυτός που παρακαλεί να εξαγνιστεί από κάποιο φόνο τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.